εὐρύνω

εὐρύ̱νω , εὐρύνω
make wide
aor subj act 1st sg
εὐρύ̱νω , εὐρύνω
make wide
pres subj act 1st sg
εὐρύ̱νω , εὐρύνω
make wide
pres ind act 1st sg
εὐρύ̱νω , εὐρύνω
make wide
aor ind mid 2nd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ευρύνω — ευρύνω, εύρυνα βλ. πίν. 48 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ευρύνω — (ΑΜ εὐρύνω) [ευρύς] καθιστώ κάτι ευρύ, πλαταίνω, φαρδαίνω αρχ. 1. αφήνω ευρύ διάστημα, πολύ χώρο 2. διαστέλλω 3. εκτείνω …   Dictionary of Greek

  • ευρύνω — εύρυνα, κάνω κάτι ευρύ, πλατύνω, διαπλατύνω, ανοίγω το πλάτος του, πλαταίνω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐρυνεῖ — εὐρύνω make wide fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) εὐρύνω make wide fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυνούσης — εὐρύνω make wide fut part act fem gen sg (attic epic) εὐρῡνούσης , εὐρύνω make wide pres part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυνθεῖσα — εὐρύνω make wide aor part pass fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυνθείς — εὐρύνω make wide aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυνθείσης — εὐρύνω make wide aor part pass fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυνθῆναι — εὐρύνω make wide aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυνθῇ — εὐρύνω make wide aor subj pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.